Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

ΆΓΝΩΣΤΟ Αρχαίο Κείμενο για τη Γ' Λυκείου (Αρχαία Κατεύθυνσης) (Πλάτων, Δημόδοκος)


Παρεγενόμην1 δ' ἀνθρώπῳ τινὶ νουθετοῦντι2 ἑαυτοῦ ἑταῖρον, διότι ἐπίστευεν τῷ κατηγοροῦντι οὐκ ἀκούσας3 τοῦ ἀπολογουμένου ἀλλὰ μόνου τοῦ κατηγοροῦντος4 .ἔλεγεν οὖν ὡς5 δεινὸν πρᾶγμα ποιοῖ6 καταγιγνώσκων7+8  τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε αὐτὸς παραγενόμενος9 οὔτε τῶν φίλων ἀκούσας9+10  παραγενομένων, οἷς εἰκὸς ἦν αὐτὸν λέγουσιν11 πιστεύειν12· οὐδ' αὖ ἀμφοτέρων ἀκούσας9,  οὕτως προπετῶς13  ἐπίστευσε τῷ κατηγοροῦντι. δίκαιον δὲ εἶναι14  καὶ τοῦ ἀπολογουμένου ἀκοῦσαι πρὸτοῦ ἐπαινεῖν ἢ μέμφεσθαι, ὥσπερ καὶ τοῦ κατηγοροῦντος. πῶς γὰρ ἄν τις ἢδίκην καλῶς δικάσαι ἢ ἀνθρώπους κατὰ τρόπον κρῖναι δύναιτο, μὴἀμφοτέρων τῶν ἀντιδίκων ἀκούσας16; 



ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
1.  παραγίγνομαι + δοτ. = βρίσκομαι κοντά σε κάποιον (το ρήμα συντάσσεται με δοτική ως  σύνθετο με την πρόθεση παρά).
2. αναφορ. μτχ. ( = ὃς ἐνουθέτει)
3. εναντιωματική μτχ. ( = εἰ καὶ οὐκ/μὴ ἤκουσεν)· οι εναντιωματικές μτχ. συνήθως δέχονται άρνηση οὐ, ενώ οι εναντιωματικές προτάσεις άρνηση μή (σπανιότερα οὐ).
4.  μέλλ.: κατηγορήσω-κατερῶ, αόρ.: κατηγόρησα-κατεῖπον, πρκ.:κατηγόρηκα-κατείρηκα
5.  εδώ εισάγει δευτ. ειδική πρότ. (υποκ/κή κρίση-γνώμη)
6.  ευκτική πλαγίου λόγου· η δευτ. ειδική πρότ. στον ευθύ λόγο = κύρια πρότ. κρίσης ( δεινὸν πρᾶγμα ποιεῖς…)
7.  κτγρμτ. μτχ. από το δεινὸν πρᾶγμα ποιοῖς
8.  καταγιγνώσκω + γεν. προσώπου = κατηγορώ κάποιον, θεωρώ κάποιον ένοχο, καταδικάζω
9. εναντιωματικές μτχ. ( εἰ καὶ οὐκ/μὴ παρεγένετο -ἤκουσεν)
10. ἀκούω + γεν. + κτγρμτ. μτχ. = ακούω ότι /να (άμεση αντίληψη)
11. μτχ. τροπική ή υποθετική
12. οἷς εἰκὸς ἦν αὐτὸν λέγουσιν πιστεύειν = οἷς (δοτ. προσωπ. και υποκ. στη μτχ. λέγουσιν) εἰκὸς ἦν (απρόσ. έκφρ.) αὐτὸν (υποκ. του πιστεύειν) λέγουσιν (τροπ.-υποθ. μτχ.) πιστεύειν (τελ. απρμφ., υποκ. του εἰκὸς ἦν) = στα λόγια των οποίων ήταν φυσικό να πιστεύει
13. επιπόλαια
14. αντικ. στο ενν. ρήμα ἔλεγεν
15. πῶς γὰρ ἄν τις ἢ δίκην καλῶς δικάσαι ἢ ἀνθρώπους κατὰ τρόπον κρῖναι δύναιτο, μὴ ἀμφοτέρων τῶν ἀντιδίκων ἀκούσας:  η σειρά των λέξεων:  πῶς γὰρ ἄν τις δύναιτο ἢ δικάσαι δίκην καλῶς ἢ κρῖναιἀνθρώπους κατὰ τρόπον, μὴ ἀκούσας ἀμφοτέρων τῶν ἀντιδίκων
16. υποθετ. μτχ.· απόδ. δύναιτο ἄν ( = εἰ μὴ ἀκούσαι: απλή σκέψη //ἐὰν μὴἀκούσῃ: προσδοκ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.